Ενημέρωση >>Απόψεις
12/06/2015
Αθώες ενοχές
Σε κοινωνίες εσωτερικού πλούτου, άυλων προσδοκιών και σχετικών αναζητήσεων τα αγαθά εκτιμώνται με το ειδικό τους βάρος στο μέτρο του πνεύματος και στο ύψος της διάνοιας με κριτήρια ήθους και ψυχής. Σ΄ αυτές τις κοινωνίες διαπιστώνονται οι πιο ποιοτικές μεταμορφώσεις των όρων διαβίωσης και πολιτισμού μετουσιώνοντας εννοιολογικά την ευημερία σε ανέλιξη, την επιτυχία σε αξιοσύνη και τους στόχους σε όνειρα κι ελπίδες.          Η δικαιοσύνη στο έρεισμα τέτοιων κοινωνιών ως θεσμός και ηθική ιδιότητα αποδίδει τον δέοντα σεβασμό στον αγώνα του Ανθρώπου ως αυταξία στη βίωσή του και υπεραξία στις όποιες αξιολογήσεις του. Στο  πλαίσιο αυτό εύλογα αναγνωρίζει κανείς τον ανθρωπιστικό  προσανατολισμό αυτών των κοινωνιών , με άλλα λόγια τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα τους.
 
Μοιάζουν να εξαντλούνται στην ιδεαλιστική εκδοχή του Πλάτωνα ή την εξιδανικευμένη εικόνα της Περίκλειας Δημοκρατίας, όμως όχι. Συχνά τις συναντούμε αναπροσαρμοσμένες στις ρητορικές εξαγγελίες των σύγχρονων δημοκρατιών, σοσιαλιστικών ή νεοφιλελεύθερων και μάλιστα αυτών  οι οποίες ελλείψει πόρων υλικών, παραγωγικών δυνάμεων και συναφών μηχανισμών επενδύουν στην ψυχή των ψηφοφόρων στο όραμα ενός μοντέλου ζωής «ανθρωπομετρικά ευημερούντος». Η μόρφωση και η καλλιτεχνική ευαισθησία σ΄ έναν τέτοιο προσανατολισμό έχουν αναντίρρητα αξιολογικό προβάδισμα, ενώ η παιδεία και η τέχνη που τις υπηρετούν αντίστοιχα συνιστούν τους Πυλώνες του πολιτισμού τέτοιων κοινωνιών.
Αν η Ελλάδα μεσούσης μιας κρίσεως εκτεταμένης και ελλείψει των απαραίτητων υλικοτεχνικών δομών επιθυμεί όχι μόνο από ανάγκη, ή έστω ανάκλαση ενδόξου μεγαλείου, αλλά από επιλογή ηθικοπολιτική να ανήκει σ΄ αυτές τις κοινωνίες, τότε πρώτη μέριμνα των θεσμών της Πολιτείας και των φορέων Παιδείας κ΄ Αγωγής πρέπει να είναι η Δημόσια Εκπαίδευση. Παράλληλα και συμπληρωματικά προς αυτήν και οι παιδευτικοί φορείς οι οποίοι δημόσια ή ιδιωτικά συνδέονται με το ρόλο της θεσμοθετημένης Παιδείας προάγοντας τη μόρφωση, επεκτείνοντας τη διανοητική ικανότητα των νέων και συμβάλλοντας στην ηθική τους διάπλαση: Φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης, Ινστιτούτα Ξένων Γλωσσών, Ωδεία κλπ.
 
Η άμεση σχέση των παραπάνω παιδευτικών μηχανισμών με το πιο ζωτικό κομμάτι της κοινωνίας, τη νεολαία μεγιστοποιεί, ασφαλώς την ευθύνη των λειτουργών τους σχετικά με τη μόρφωση και αγωγή του έμψυχου δέκτη τους. Επιπρόσθετα, είναι διαπιστωμένο ότι από την ποιότητα αυτής της σχέσης προοιωνίζεται το μέλλον της κοινωνίας ως προς το πολιτισμικό της επίπεδο και τις προοπτικές ανέλιξής της. Οι διαδικασίες επομένως που στηρίζουν όλες αυτές τις λειτουργίες Παιδείας με στόχο το καλύτερο μορφωτικό και ηθικο - παιδαγωγικό αποτέλεσμα -  και οι εισαγωγικές εξετάσεις για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση  είναι μέσα σ΄ αυτές -  υπηρετούν έναν σκοπό υψηλής σπουδαιότητας. Οι λόγοι πολλοί, ο σπουδαιότερος ότι εκπροσωπούν το όραμα μιας ολόκληρης κοινωνίας για ανώτερες βαθμίδες παιδείας και πολιτισμού. Το όραμα αυτό άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική οικογένεια και συνυφασμένο από συστάσεως του ελληνικού κράτους με το αίτημα αστικοποίησης και ποιοτικής αναβάθμισης της κοινωνίας είναι εκ των πραγμάτων φορτισμένο συγκινησιακά στη συνείδηση του μέσου Έλληνα. Και είναι άξιο αναφοράς πόσο ακέραιο διατηρήθηκε στο πλαίσιο της οικονομικοκοινωνικής κρίσης των ημερών κα του συνακόλουθου πλήγματος που δέχτηκε το μεσαίο στρώμα της κοινωνίας. Είναι ηθικά ανεπίτρεπτη ως εκ τούτου η όποια απαξίωση, αν μη τι άλλο του εν λόγω οράματος με το πρόσχημα των οικονομικών συγκυριών και λειτουργικών δυσχερειών, όπως ο γιγαντισμός της Τριτοβάθμιας και η ανεργία των πτυχιούχων. 
 
Ο ατελής πολιτικός σχεδιασμός και ο ελλιπής επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μπορεί και δεν πρέπει σε καμία πολιτισμένη κοινωνία, όπως θέλει να θεωρείται και η ελληνική, να καθιστά υπόλογη την ψυχή των πολιτών της για περισσότερη παιδεία. Αν τώρα η επίταση δυσκολίας των θεμάτων στο εισαγωγικό σύστημα των Πανελλαδικών θέτει στο εκτελεστικό αυτήν ακριβώς την επιθυμία  και τους εκφραστές της  και όχι την έλλειψη προληπτικών στρατηγικών Πολιτείας και Κοινωνίας, τότε η ηθική ευαισθησία αυτής της κοινωνίας αμβλύνεται και το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετατοπίζεται στυγνά από τον άνθρωπο στους χειρισμούς και στις  σκοπιμότητες. Συνιστά πράγματι  αυτοπροσβολή και ακύρωση του όποιου συστήματος η προσπάθεια να καλύψει τα κενά του δικαιολογώντας τις αδυναμίες του μέσα από την ενοχική συνείδηση του έμψυχου δυναμικού που το συντηρεί και το επιβεβαιώνει. Είναι αλήθεια ότι αυτό το μήνυμα εισπράττει κανείς παρακολουθώντας καλά προετοιμασμένους υποψηφίους με θερισμένες ελπίδες και τσακισμένα όνειρα να αναθεωρούν ντροπιασμένα σχεδόν τους στόχους κ΄ τις επιδιώξεις τους. Και ναι δεν είναι έτσι, δεν είναι λογική στάση αυτή θα απαντούσε η ενήλικη αντίδραση. Είναι όμως φυσιολογική,  θα αντέτεινε κάποιος άλλος και μάλιστα απολύτως συμβατή με την ηλικία των υποψηφίων και κυρίως των υπεύθυνων που πιστεύουν στην ανταποδοτική αρχή του «όσο προσπαθώ επιτυγχάνω». Γιατί, με την αποτυχία, είναι σίγουρο, θα έρθουν κι άλλες φορές στο μέλλον αντιμέτωποι. Όμως θα έχουν μάθει να την αντιμετωπίζουν ή έστω να τη διαχειρίζονται, αν προηγουμένως έχουν γευτεί κι εκτιμήσει την επιτυχία. Οι άμυνες, ως γνωστόν  ενός ατόμου και μιας κοινωνίας είναι ανάλογες προς την ηλικία, θεμελιώνονται ωστόσο επιτυχώς στην καταλληλότερη ηλικιακή κατηγορία σαν είδος, θα΄ λεγε κανείς Αριστοτελικής δεοντολογίας στο χρόνο και στις συνθήκες. Επομένως η σωστή στάση όλων μας προς τη νεολαία διαγράφει καθοριστικά το μέλλον της κοινωνίας την οποία και επηρεάζει καταλυτικά η πορεία τους.
 
Στόχος βέβαια των παρατηρήσεων αυτών δεν είναι η αποφυγή εν γένει των δύσκολων θεμάτων στις εισαγωγικές εξετάσεις της χώρας για την Τριτοβάθμια, αλλά η διασφάλιση μέσα από αυτές της αξιοπιστίας των θεματοδοτικών επιλογών με τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες της αξιοκρατίας και δικαιοσύνης για τους υποψηφίους και μάλιστα τους υπεύθυνα προετοιμασμένους. Προϋπόθεση αυτών αποτελούν αφενός η επιστημονική αρτιότητα της θεματοδοσίας και αφετέρου ο σεβασμός των ορίων της εξεταστέας ύλης και του εξεταστικού χρόνου δεδομένης της ηλικίας των εξεταζόμενων υποψηφίων και αυριανών πολιτών που αν μη τι άλλο χρειάζεται ως παραγωγικά μέλη και φυσικά πρόσωπα να παραμένουν ψυχικά υγιείς. Τα αυξημένα κρούσματα κρίσεων πανικού στις φετινές Πανελλαδικές αποτελούν τεκμήριο της αδυναμίας τήρησης και εφαρμογής των προϋποθέσεων αυτών. Είναι μάλλον ανακλάσεις αμήχανων ή ακόμα και δειλών τεχνικών ενός συστήματος που αδυνατώντας να λύσει με πολιτικές στρατηγικές τα λειτουργικά προβλήματά του (Έγκυρος και έγκαιρος επαγγελματικός προσανατολισμός μέσα από το δημόσιο θεσμό, σύνδεση των τμημάτων της τριτοβάθμιας με τους παραγωγικούς τομείς, έξυπνη εξειδίκευση, κλπ.) προτιμά αντίθετα να ενοχοποιεί τα όνειρα κ’ τις επιθυμίες των μελών του και μάλιστα στο ζωτικότερο τμήμα της νεολαίας του. Να σημειωθεί συμπληρωματικά στις παραπάνω προϋποθέσεις η διασφάλιση μιας σχετικής συμβατότητας του εξεταστικού θεσμού με το ρυθμό και τη διδακτική του δημοσίου εκπαιδευτικού συστήματος, καθόσον μάλιστα η εξεταστική διαδικασία συνιστά συνέχεια και τυπική ολοκλήρωση του. Ειδάλλως, ας πάψει επιτέλους αυτή η υποκριτική δαιμονοποίηση και ταξική διαπόμπευση της φροντιστηριακής εκπαίδευσης, αφού με την αυτοακύρωση του το εκπαιδευτικό και εξεταστικό σύστημα όχι μόνο την επιβεβαιώνει αδιάσειστα, αλλά και την εδραιώνει ακόμη περισσότερο στη συνείδηση της ελληνικής οικογένειας στηρίζοντας τις ελπίδες της για το μέλλον των νεότερων μελών της.
 
Το ποσοστό μάλιστα, έστω μικρό, των υποψηφίων που κατάφεραν σε κάθε νομό πανελλαδικά να ανταποκριθούν επιτυχώς στο βαθμό ύψιστης δυσκολίας των φετινών θεμάτων δεν τεκμηριώνει απλώς την ανάγκη πρόσθετης ειδικής προετοιμασίας, όπως προαναφέρθηκε, αλλά αξιολογεί δεόντως την προσφορά του θεσμού που την παρέχει, της νόμιμης δηλαδή φροντιστηριακής εκπαίδευσης.
Το μέγα ζητούμενο, ωστόσο δεν παραμένει αυτό, δηλαδή οι λίγοι εκλεκτοί που θα ξεχωρίσουν, αλλά η βάση της κοινωνίας από την οποία προέρχονται και την οποία θα κληθούν στο μέλλον να στελεχώσουν. Είναι ηθικά και νομικά επιβεβλημένο για λόγους ευρυθμίας να τηρηθεί η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ αυτών στο όνομα της συμμετοχικής δημοκρατίας, ώστε η κάθε αρχή να υποστηρίζεται κατάλληλα από το υπόλοιπο σώμα της ομάδας και να μην πορεύεται μονάχη.
 
Μήπως ο εξεταστικός ελιτισμός χτυπά αυτή ακριβώς την ευρυθμία και τη συνακόλουθη ισορροπία που μπορούν να εγγυηθούν την ευδαιμονία μιας ευνομούμενης και δημοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας; Γιατί, είναι γεγονός, δεν πρόκειται για ταξικό, αλλά βαθύτατα αξιολογικό ελιτισμό που προσδίδει ηθική διάσταση χωρίς αντικειμενικές σταθερές στη διαιρετική βάση των εξετάσεων προσβάλλοντας την ισότιμη αξιοκρατικά και καθολική πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά, όπως η μόρφωση και η ανώτατη παιδεία.
Με άλλα λόγια ειδική προετοιμασία με διαφορετικούς τρόπους μπορούν να έχουν όλοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι υποψήφιοι ανεξάρτητα ταξικής κατηγορίας, η ανώτατη όμως εκπαίδευση μπορεί να είναι προσβάσιμη από τη νοητική δυνατότητα λίγων λόγω φύσης και όχι επίκτητων εφοδίων. Πού πήγε άραγε το μέτρο; Μήπως ζούμε την πιο τραγική αμφισβήτηση του Αριστοτελικού ορθολογισμού και της πολιτειακής μεσότητας και αυτό θα έπρεπε να μας απασχολήσει όλους σοβαρά και τον καθένα χωριστά στο όνομα της κοινωνικής και πολιτικής μας ευθύνης ως αρχόντων, αρχομένων, επαγγελματιών, λειτουργών και ευαίσθητων ανθρώπων;
 
Γιατί, αναθεωρώντας με τις πράξεις μας την Αριστοτελική θεωρία αφαιρούμε την αλήθεια και το μέτρο από τη ζωή μας και καταδικάζουμε, κατά την περίφημη τοποθέτηση του Στέλιου Ράμφου, σε ασφυξία την ίδια τη δικαιοσύνη.
Μήπως, εν τέλει, αντίθετα με τις όποιες εξαγγελίες αυτός είναι ο στόχος της κοινωνίας που ζούμε και αγωνιζόμαστε;
Είναι καιρός πια να λάβει χώρα ένας γόνιμος επαναπροσδιορισμός πολιτικών αξιών και ιδεών αναλογικά μ’ έναν επαναπροσανατολισμό του παιδευτικού ιδεώδους σε μια κοινωνία που οφείλει να παραμένει μορφωμένη, αν θέλει να λέγεται Ανθρώπινη.
 
Ρούλα Βουράκη,
φιλόλογος φροντιστής
Αντιπρόεδρος της Ένωσης Φροντιστών Ν.Χανίων
και μέλος της
Ομοσπονδίας Εκπαιδευτών Φροντιστών Ελλάδος(Ο.Ε.Φ.Ε.)